πληθωρικός

πληθωρικός
η , ό[ν]
1) избыточный; 2) толстый, полный, упитанный; 3) инфляционный;

πληθωρική κυκλοφορία χαρτονομίσματος — инфляция


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πληθωρικός" в других словарях:

  • πληθωρικός — plethoric masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικός — ή, ό / πληθωρικός, ή, όν, ΝΜΑ [πληθώρα] αυτός που έχει πληθώρα αίματος, παθολογική αύξηση τού ὁγκου τού αίματος (α. «πληθωρικά φαινόμενα» β. «πληθωρικὴ διάθεσις» γ. «πληθωρικὸν νόσημα», Γαλ.) νεοελλ. 1. αυτός που εκφράζει έντονα, ζωηρά ή… …   Dictionary of Greek

  • πληθωρικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στην πληθώρα, ο άφθονος, ο περίσσιος, ο πλούσιος: Πληθωρική κυκλοφορία χαρτονομίσματος. 2. μτφ., αυτός που έχει κάτι σε ποσότητα περισσότερη απ όσο πρέπει, σε αφθονία: Πρόβαλε στην πόρτα του γραφείου μια κυρία… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πληθωρικά — πληθωρικός plethoric neut nom/voc/acc pl πληθωρικά̱ , πληθωρικός plethoric fem nom/voc/acc dual πληθωρικά̱ , πληθωρικός plethoric fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικώτερον — πληθωρικός plethoric adverbial comp πληθωρικός plethoric masc acc comp sg πληθωρικός plethoric neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικῶν — πληθωρικός plethoric fem gen pl πληθωρικός plethoric masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικόν — πληθωρικός plethoric masc acc sg πληθωρικός plethoric neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικαῖς — πληθωρικός plethoric fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικαί — πληθωρικός plethoric fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικοῖς — πληθωρικός plethoric masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθωρικοί — πληθωρικός plethoric masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»